
Δίνοντας ολοένα και μεγαλύτερη έμφαση στην αποτελεσματικότερη διαχείριση των επιστροφών και στην ενίσχυση του ελέγχου της παράτυπης μετανάστευσης, η Ευρωπαϊκή Ένωση, τα τελευταία χρόνια, αναπροσαρμόζει σταδιακά τη μεταναστευτική της πολιτική. Ο νέος Κανονισμός για τις Επιστροφές, επί του οποίου κατέληξαν σε πολιτική συμφωνία το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις του ευρωπαϊκού πλαισίου από το 2008, οπότε είχε θεσπιστεί η Οδηγία για τις Επιστροφές.
Η βασική αλλαγή αφορά στη διεύρυνση των δυνατοτήτων επιστροφής υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν παράτυπα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μέχρι σήμερα, οι επιστροφές πραγματοποιούνταν κυρίως προς τη χώρα καταγωγής ή τη χώρα συνήθους διαμονής του ενδιαφερομένου. Με το νέο πλαίσιο, οι επιστροφές μπορούν να συντελούνται και προς χώρες διέλευσης, ασφαλείς τρίτες χώρες, πρώτες χώρες ασύλου ή ακόμη και σε τρίτες χώρες με τις οποίες η Ευρωπαϊκή Ένωση ή τα κράτη μέλη έχουν συνάψει σχετικές συμφωνίες.
Ιδιαίτερη συζήτηση προκαλεί η πρωτοβουλία για τη δημιουργία των λεγόμενων «κόμβων επιστροφής» (return hubs). Πρόκειται για εγκαταστάσεις σε τρίτες χώρες, όπου θα μπορούν να μεταφέρονται πρόσωπα των οποίων η επιστροφή στη χώρα καταγωγής δεν είναι άμεσα εφικτή. Η δυνατότητα αυτή επεκτείνεται ακόμη και σε οικογένειες με παιδιά, γεγονός που έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από οργανώσεις προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Μεταναστευτική πολιτική στην ΕΕ: H αυστηροποίηση του καθεστώτος κράτησης
Παράλληλα, ο Κανονισμός ενισχύει σημαντικά τις αρμοδιότητες των κρατών μελών κατά τη διαδικασία επιστροφής. Οι εθνικές αρχές αποκτούν περισσότερες εξουσίες για τον εντοπισμό προσώπων που υπόκεινται σε διαδικασία επιστροφής, ενώ οι υποχρεώσεις συνεργασίας των ίδιων των μεταναστών αυξάνονται. Η μη συμμόρφωση μπορεί να οδηγήσει σε συντόμευση της προθεσμίας οικειοθελούς αναχώρησης ή στην επιβολή μέτρων αναγκαστικής απομάκρυνσης.
Εξίσου σημαντική είναι η αυστηροποίηση του καθεστώτος κράτησης. Η μέγιστη διάρκεια διοικητικής κράτησης αυξάνεται από 18 σε 30 μήνες, ενώ δεν θα λαμβάνεται υπόψη προηγούμενη κράτηση σε άλλο κράτος μέλος. Παράλληλα, διευρύνονται οι περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να επιβληθεί κράτηση, γεγονός που, σύμφωνα με πολλούς νομικούς και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, ενδέχεται να οδηγήσει στη συχνότερη εφαρμογή του μέτρου.
Ο νέος Κανονισμός εισάγει επίσης ένα σύστημα αμοιβαίας αναγνώρισης αποφάσεων επιστροφής μεταξύ των κρατών μελών. Αν και η εφαρμογή του δεν θα είναι άμεσα υποχρεωτική, δημιουργείται το αναγκαίο νομικό και τεχνικό πλαίσιο ώστε, στο μέλλον, μια απόφαση επιστροφής που εκδίδεται σε ένα κράτος μέλος να μπορεί να εκτελείται από άλλο, χωρίς να απαιτείται νέα διαδικασία εξέτασης της υπόθεσης.
Στενότερη συνεργασία με τρίτες χώρες
Παράλληλα, ενισχύεται η εξωτερική διάσταση της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει στενότερη συνεργασία με τρίτες χώρες για την επανεισδοχή μεταναστών, αξιοποιώντας εργαλεία όπως η πολιτική θεωρήσεων, οι εμπορικές σχέσεις, η αναπτυξιακή συνεργασία και η διπλωματία. Ταυτόχρονα, διευρύνεται ο επιχειρησιακός ρόλος της Frontex στις επιστροφές, στην ανταλλαγή πληροφοριών και στην εφαρμογή του νέου ψηφιακού συστήματος διαχείρισης των διαδικασιών επιστροφής.
Συνολικά, ο νέος Κανονισμός σηματοδοτεί μια σαφή μετατόπιση της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής προς ένα αυστηρότερο μοντέλο διαχείρισης της παράτυπης μετανάστευσης, με μεγαλύτερη έμφαση στην επιτάχυνση των επιστροφών, στην ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και στη σύναψη συμφωνιών με τρίτες χώρες.