
Η επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση έχει ανοίξει τον πολιτικό διάλογο για την κατεύθυνση που θα πρέπει να ακολουθήσει η Βουλή. Η αναθεώρηση θα πρέπει να έρθει για να ενισχύσει τον χαρακτήρα του πολιτεύματος. Σε δύο κατευθύνσεις. Πρώτον, στην ενίσχυση των θεσμικών αντίβαρων, με ενίσχυση του ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας, ειδικά σε περιόδους δυνητικής αστάθειας, της Δικαιοσύνης, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Πολλές σκέψεις έχουν διατυπωθεί, αλλά δεν θα επικεντρωθώ σήμερα σε αυτές.
Ωστόσο, θα επικεντρωθώ, δεύτερον, στην αναγκαιότητα ενίσχυσης του κοινοβουλευτικού χαρακτήρα του πολιτεύματος. Στις εκλογές, στην Ελλάδα, καθώς δεν έχουμε προεδρικό σύστημα, οι πολίτες δεν εκλέγουν αρχηγό κράτους ή κυβερνήσεων. Εκλέγουν 300 αντιπροσώπους, οι οποίοι συγκροτούν Κοινοβουλευτικές Ομάδες και, κατά το Σύνταγμα, ο επικεφαλής της πρώτης -σε δύναμη- ομάδας λαμβάνει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Η εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας της Βουλής παραμένει διαρκώς απαραίτητη για τη συνέχιση της διακυβέρνησης, σε αντίθεση με προεδρικά συστήματα όπου υπάρχει θητεία του εκλεγέντος, ανεξάρτητη του Κοινοβουλίου.
Αρα ο βουλευτής αποτελεί την άμεση επιλογή των πολιτών, έχοντας τη νομιμοποίηση της εκλογής τους. Θεωρώ ότι σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία, ενισχύοντας την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς, τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου (υπουργοί και αναπληρωτές υπουργοί) θα πρέπει να επιλέγονται, από τον πρωθυπουργό, αποκλειστικά ανάμεσα στους βουλευτές. Στην πρόταση αυτή δεν περιλαμβάνω τους υφυπουργούς, όπου κατά καιρούς η επιλογή προσώπων με πολιτική κρίση και τεχνοκρατική επάρκεια συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης.
Ψηφοδέλτιο Επικρατείας
Θα ρωτήσει κανείς, μα δεν θα πρέπει η κυβέρνηση να περιλαμβάνει και κάποιες μη εκλεγμένες προσωπικότητες; Σαφώς ναι. Θυμίζω ότι μέσω του ψηφοδελτίου Επικρατείας ο εκάστοτε πρόεδρος μπορεί να επιλέξει 5-6 πρόσωπα τα οποία θα εκλεγούν από το πρώτο κόμμα και κατά συνέπεια θα μπορούν να αναλάβουν υπουργικούς ρόλους. Εξάλλου αυτή η πρόταση είναι σε αντιστοιχία με ό,τι ισχύει στο κόμμα της Νέας Δημοκρατίας για τον πρόεδρο. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει ήδη θεσμοθετήσει, από το 2016, ότι μόνο εν ενεργεία βουλευτές στο Εθνικό Κοινοβούλιο μπορούν να διεκδικούν την προεδρία της Νέας Δημοκρατίας. Πρόταση την οποία στηρίξαμε και πράγματι αναβαθμίζει τον ρόλο του βουλευτή.
Επίσης, πρέπει να ενισχυθεί ο ρόλος των βουλευτών, ατομικά και συλλογικά στη νομοθετική διαδικασία. Σήμερα, ενώ οι βουλευτές έχουν δικαίωμα να καταθέτουν τροπολογίες, είτε επί του Σ/Ν -που είναι η ουσιαστική έννοια της τροπολογίας- είτε ως προσθήκες διατάξεων, καθώς και προτάσεις νόμων, αυτές δεν συζητούνται και δεν ψηφίζονται, εκτός αν το δεχθεί η εκτελεστική εξουσία. Θέτοντας ουσιαστικό ζήτημα διάκρισης εξουσιών. Παρότι καμία τροπολογία δεν θα γινόταν σήμερα δεκτή χωρίς την έγκριση της πλειοψηφίας, δεν συνάδει με τον χαρακτήρα του πολιτεύματος, ως κοινοβουλευτικό, η αδυναμία των βουλευτών να θέτουν τις τροπολογίες σε ψηφοφορία. Ζήτημα που μπορεί να αντιμετωπιστεί με κατάλληλες τροποποιήσεις στον Κανονισμό της Βουλής.
Συλλογικά, η αναβάθμιση του στρατηγικού ρόλου της εκάστοτε Κοινοβουλευτικής Ομάδας στη νομοθετική διαδικασία αφενός είναι ζήτημα εσωτερικής λειτουργίας, αφετέρου θα απαιτούσε ένα γενικότερο νομοθετικό πλαίσιο για τη λειτουργία των πολιτικών κομμάτων, πλαίσιο το οποίο πρέπει να θεσμοθετηθεί. Οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, εν προκειμένω, αξιόλογοι συνάδελφοι, μπορούν να συμβάλουν ακόμα περισσότερο στη διαμόρφωση της νομοθετικής στρατηγικής μας τα επόμενα χρόνια, λαμβάνοντας ακόμα πιο ουσιαστικό ρόλο στη νομοθετική διαδικασία. Με μια πιο δυναμική σχέση εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας θα υπάρξει μόνο όφελος για την παράταξη και τον τόπο.
Αρση ασυλίας
Τέλος, να προσθέσω τρεις επιπλέον προτάσεις. Πρώτον, να είναι πενταετής η θητεία της Βουλής, με σταθερό εκλογικό κύκλο. Ενισχύοντας την ανάγκη σταθερότητας για τη χώρα. Δεύτερον, θα πρέπει να απλοποιηθεί η διαδικασία άρσης ασυλίας και να εισάγονται προς συζήτηση τα αιτήματα στην αρμόδια επιτροπή και την Ολομέλεια μόνο αν ο αναφερόμενος βουλευτής κάνει επίκληση της ασυλίας, άλλως το αίτημα να γίνεται αυτομάτως δεκτό. Διότι το σημερινό σύστημα δημιουργεί μεγάλη ένταση και δημοσιότητα κατά την άρση και δυσανάλογα μικρή σε περίπτωση αρχειοθέτησης και αθώωσης. Ενισχύοντας μια αίσθηση απαξίωσης της Βουλής. Τρίτον, ως προς τις Κοινοβουλευτικές Ομάδες προτείνω να καταργηθεί, από την έναρξη της επόμενης περιόδου, η δυνατότητα να λειτουργούν Κοινοβουλευτικές Ομάδες με λιγότερους από 10 βουλευτές, να καταργηθεί δηλαδή η εξαίρεση που δίνεται σήμερα υπό προϋποθέσεις. Αν ένα κόμμα εκλεγεί με λιγότερους, θα θεωρούνται ανεξάρτητοι βουλευτές. Σήμερα η ύπαρξη πολύ μικρών ομάδων δεν είναι λειτουργική και δεν συμβάλλει στη βελτίωση του πολιτικού διαλόγου.
* Νότης Α. Μηταράκης: Βουλευτής Χίου της Νέας Δημοκρατίας, πρώην υπουργός