Για περισσότερο από έναν μήνα το έγκλημα παρουσιαζόταν ως ληστεία μετά φόνου, μέχρι τη στιγμή που ο σύζυγός της, Μπάμπης Αναγνωστόπουλος, παραδέχθηκε ότι ήταν ο ίδιος ο δράστης της δολοφονίας.
Η υπόθεση προκάλεσε τεράστια αίσθηση στην ελληνική κοινωνία, όχι μόνο λόγω της αγριότητας του εγκλήματος αλλά και εξαιτίας της σκηνοθεσίας που ακολούθησε.
Σύμφωνα με όσα προέκυψαν από την έρευνα, ο πιλότος προσπάθησε να παρουσιάσει το περιστατικό ως εισβολή ληστών στο σπίτι, ενώ σκότωσε και κρέμασε ακόμη και τον σκύλο της οικογένειας ώστε να στηρίξει το σενάριο που περιέγραφε στις Αρχές.

Για 37 ημέρες εμφανιζόταν δημόσια ως σύζυγος που είχε επιζήσει από μια τραγωδία, ωστόσο οι αντιφάσεις στις καταθέσεις του και τα ψηφιακά στοιχεία που συγκέντρωσαν οι ερευνητές οδήγησαν τελικά στην αποκάλυψη της αλήθειας και στην ομολογία του.
Μέσα στο σπίτι βρισκόταν και η μικρή κόρη του ζευγαριού, η Λυδία, στοιχείο που βάρυνε ακόμη περισσότερο το κλίμα γύρω από την υπόθεση. Μάλιστα, σύμφωνα με τις καταθέσεις των αστυνομικών το παιδί βρέθηκε πάνω στο άψυχο σώμα της μητέρας του, ενώ ο πιλότος είχε δεθεί πισθάγκωνα για να «υποστηρίξει» το σενάριο της ληστείας.
Η δολοφονία στα Γλυκά Νερά αποτέλεσε μία από τις πιο γνωστές υποθέσεις γυναικοκτονίας στη χώρα, ανοίγοντας μεγάλη δημόσια συζήτηση γύρω από την έμφυλη βία και καταρρίπτοντας την εικόνα ότι τέτοιες υποθέσεις συνδέονται μόνο με «περιθωριακά» προφίλ δραστών.

Τον Μάιο του 2022 ο Μπάμπης Αναγνωστόπουλος καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για τη δολοφονία της Καρολάιν, ενώ του επιβλήθηκαν και πρόσθετες ποινές για τη θανάτωση του σκύλου και την παραπλάνηση των Αρχών. Ο εισαγγελέας τότε είχε πει: «Έδρασε με ένα τρόπο πρωτοφανή. Είναι ένα από τα ειδεχθέστερα εγκλήματα που έχουν γίνει στον κόσμο. Ζήτησε να κάνει συνεδρίες με την ψυχολόγο αφού είχε κάνει το έγκλημα και δεν έχυσε ούτε ένα δάκρυ».
Η καθηγήτρια Ιατροδικαστικής που κατέθεσε στη δίκη για το έγκλημα στα Γλυκά Νερά αμφισβήτησε ευθέως τον ισχυρισμό του Μπάμπη Αναγνωστόπουλου ότι ο θάνατος της Καρολάιν προκλήθηκε κατά τη διάρκεια «αγκαλιάς» ή συμπλοκής, τονίζοντας πως «κανείς δεν πεθαίνει από μία αγκαλιά». Η μάρτυρας χαρακτήρισε ασφυκτικό και παρατεταμένο τον μηχανισμό θανάτου της 20χρονης, εξηγώντας ότι χρειάστηκαν αρκετά λεπτά πίεσης για να επέλθει ο θάνατος.
Σύμφωνα με την κατάθεσή της, τα τραύματα και τα ευρήματα της νεκροψίας έδειχναν ξεκάθαρα ανθρωποκτονία με ασφυκτικό μηχανισμό, ενώ περιέγραψε ότι η Καρολάιν πάλεψε για τη ζωή της. Η ίδια ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος προσπάθησε να παρουσιάσει μια διαφορετική εκδοχή των γεγονότων, η οποία όμως δεν συμβάδιζε με τα ιατροδικαστικά δεδομένα.
Αίσθηση είχε προκαλέσει και η κατάθεση της πραγματογνώμονος της οικογένειας της Καρολάιν Κράουτς. Όπως είχε πει, ο Μπάμπης Αναγνωστόπουλος είχε στοιχεία σοβαρής ναρκισσιστικής και αντικοινωνικής διαταραχής προσωπικότητας, με βασικά χαρακτηριστικά την έλλειψη ενσυναίσθησης, την αίσθηση ανωτερότητας και τη χειριστική συμπεριφορά. Η ειδικός είχε καταθέσει στο δικαστήριο ότι η στάση του στη διάρκεια της δίκης έδειχνε άνθρωπο που απολάμβανε την προσοχή και τον δημόσιο ρόλο του, ενώ χαρακτήρισε ιδιαίτερα βάρβαρη την πράξη να τοποθετήσει το παιδί δίπλα στη νεκρή μητέρα του.
Το 2023 το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών διατήρησε την ποινή των ισοβίων, προσθέτοντας ακόμη 11,5 χρόνια φυλάκισης και χρηματικό πρόστιμο ύψους 21.000 ευρώ.

Μετά τις δικαστικές εξελίξεις, η επιμέλεια του παιδιού δόθηκε στην οικογένεια της Καρολάιν και σήμερα η μικρή ζει στις Φιλιππίνες μαζί με συγγενείς της μητέρας της.
Η υπόθεση είχε συνταράξει την ελληνική κοινωνία, όχι μόνο λόγω της βιαιότητας του εγκλήματος αλλά και λόγω του γεγονότος ότι ο πιλότος επί 37 μέρες έπαιζε θέατρο και παρίστανε το θύμα που έχασε τη σύζυγό του.
Ωστόσο, η Καρολάιν δεν έχασε τη ζωή της σε μια αποτυχημένη ληστεία, αλλά δολοφονήθηκε από τον άνθρωπο με τον οποίο ζούσε, μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Η υπόθεση προκάλεσε το ενδιαφέρον και εταιρειών παραγωγής του εξωτερικού για να γίνει ταινία ή ντοκιμαντέρ.