
Λίγα λεπτά πριν του έλθει η ιδέα που άλλαξε τη βιομηχανία όλων των ξενοδοχείων της υφηλίου, ο Ρόμπερτ Άρνολντ είχε παραγγείλει ένα ποτό σε μια πτήση από την Ελβετία προς το Χονγκ Κονγκ. Η αεροσυνοδός τού έφερε ένα μικροσκοπικό μπουκαλάκι ουίσκι, από εκείνα των 50 ml που σήμερα θεωρούνται συνηθισμένα στις αεροπορικές εταιρείες. Το άνοιξε, το ήπιε και σχεδόν αμέσως γεννήθηκε μια σκέψη: Αν ένα τόσο μικρό μπουκάλι μπορούσε να εξυπηρετήσει έναν επιβάτη στα 10.000 μέτρα, γιατί να μη μπορεί να εξυπηρετήσει και έναν πελάτη ξενοδοχείου στις 11 το βράδυ, όταν δεν είχε καμία διάθεση να κατέβει στο μπαρ;
Ο Άρνολντ, σπουδαγμένος στον τομέα αυτό στο École Hôtelière de Lausanne, εργαζόταν ως διευθυντής Τροφίμων και Ποτών στο Hilton του Χονγκ Κονγκ, ένα από τα πιο εμβληματικά ξενοδοχεία της τότε βρετανικής αποικίας που ήταν σφηνωμένη στο μαλακό υπογάστριο της Κίνας. Μόλις είχε γεννηθεί το mini bar, αλλά όχι ως ένα μικρό ψυγείο. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, τα περισσότερα πολυτελή ξενοδοχεία του κόσμου είχαν λύσει σχεδόν κάθε πρόβλημα άνεσης του πελάτη. Διέθεταν εστιατόρια, μπαρ, room service όλο το εικοσιτετράωρο και προσωπικό πρόθυμο να εξυπηρετήσει κάθε επιθυμία. Ο Άρνολντ, όμως, ήταν ο πρώτος που έπιασε κάτι αδιόρατο: Ο επισκέπτης που επέστρεφε κουρασμένος στο δωμάτιό του έπρεπε να κάνει ακόμη μία προσπάθεια αν ήθελε ένα ποτό ή ένα σνακ. Να κατέβει στο λόμπι, να περιμένει στο μπαρ ή να σηκώσει το τηλέφωνο και να καλέσει το room service.
Διαβάστε περισσότερα: newmoney.gr