
Ο Βρετανός φιλόσοφος Michael Oakeshott το συνόψισε στο δοκίμιό του «On Being Conservative»: συντηρητικός είναι όποιος προτιμά το οικείο από το άγνωστο. Αν κοιτάξει κανείς σήμερα τον συντηρητικό χώρο στη Βρετανία, τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ιταλία, ο ορισμός αυτός μοιάζει να ανήκει σε άλλη εποχή. Μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής Δεξιάς του 2026 δεν θέλει να διατηρήσει τον κόσμο όπως είναι. Θέλει να τον αλλάξει, και συχνά ριζικά.
Οι αριθμοί των τελευταίων μηνών είναι εύγλωττοι. Στις εκλογές της 6ης Σεπτεμβρίου στη Σαξονία-Άνχαλτ, η AfD, την οποία η υπηρεσία προστασίας του Συντάγματος του κρατιδίου έχει χαρακτηρίσει βεβαιωμένα ακροδεξιά, έλαβε 43,8% και 39 από τις 83 έδρες, τρεις λιγότερες από την απόλυτη πλειοψηφία. Η CDU του καγκελαρίου Friedrich Merz, που το 2021 είχε πάρει 37,1% στο ίδιο κρατίδιο, έπεσε στο 17,2%, το χαμηλότερο ποσοστό της εκεί. Στη Γαλλία, η Marine Le Pen καταδικάστηκε τον Ιούλιο και σε δεύτερο βαθμό για την υπόθεση των βοηθών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, όμως το εφετείο μείωσε την ποινή στέρησης του δικαιώματος εκλογής σε διάρκεια που έχει ήδη εκτιθεί, και έτσι παραμένει εκλόγιμη. Ανακοίνωσε την υποψηφιότητά της για το 2027, ενώ έχει ασκήσει και αναίρεση. Στις 17 Σεπτεμβρίου, ο Éric Zemmour δήλωσε ότι θα είναι κι αυτός υποψήφιος. Η παραδοσιακή Δεξιά των Les Républicains, με υποψήφιο τον πρώην υπουργό Εσωτερικών Bruno Retailleau, αναζητεί ακόμη τη θέση της ανάμεσά τους. Στη Βρετανία, οι Συντηρητικοί, ένα από τα πιο επιτυχημένα εκλογικά κόμματα στην ιστορία της ευρωπαϊκής δημοκρατίας, κινούνται γύρω στο 20% στις δημοσκοπήσεις, πίσω από τους Εργατικούς του νέου πρωθυπουργού Andy Burnham και το Reform UK του Nigel Farage.
Το κοινό μοτίβο δεν είναι απλώς η άνοδος της «ακροδεξιάς», όπως συνηθίζεται να λέγεται. Είναι κάτι βαθύτερο: η απώλεια του κέντρου βάρους από την παραδοσιακή Δεξιά διακυβέρνησης. Ο Γερμανός ιστορικός Andreas Rödder, μέλος της CDU και επικεφαλής της συντηρητικής δεξαμενής σκέψης Republik21, περιγράφει το πρόβλημα με ακρίβεια. Αν η κεντροδεξιά κρατήσει το «τείχος προστασίας» απέναντι στην AfD, διαβρώνεται από τα δεξιά. Αν στηριχτεί στις ψήφους της, κινδυνεύει με διάσπαση από τα αριστερά. Ανώδυνη έξοδος, κατά τον ίδιο, δεν υπάρχει. Το ίδιο δίλημμα, με άλλα ονόματα, βρίσκεται στο κέντρο της γαλλικής συζήτησης για την «ένωση των δεξιών», του βρετανικού ανταγωνισμού ανάμεσα σε Συντηρητικούς και Reform και της ιταλικής ισορροπίας ανάμεσα στη Μελόνι και τον Σαλβίνι. Η κεντροδεξιά δεν έχει χάσει μόνο ψηφοφόρους. Έχει χάσει το μονοπώλιο του ορισμού του τι σημαίνει να είσαι συντηρητικός.
Η πρώτη μεγάλη αλλαγή είναι οικονομική. Για σαράντα χρόνια, από τη Θάτσερ και τον Ρίγκαν και μετά, ο ευρωπαϊκός συντηρητισμός ήταν σε μεγάλο βαθμό συνώνυμος με την ελεύθερη αγορά, τις ιδιωτικοποιήσεις και τη δημοσιονομική πειθαρχία. Σήμερα η ατζέντα έχει μετατοπιστεί. Το Rassemblement National έχτισε μεγάλο μέρος της απήχησής του στην υπεράσπιση των συντάξεων και του κοινωνικού κράτους. Η AfD σαρώνει σε περιοχές της Ανατολής όπου πολλοί πολίτες νιώθουν εγκαταλελειμμένοι, σε χωριά χωρίς γιατρό και χωρίς μαγαζί. Το Reform UK απευθύνεται σε πόλεις της επαρχίας που νιώθουν ότι έμειναν πίσω. Η νέα Δεξιά μιλά λιγότερο για ανάπτυξη και περισσότερο για προστασία: των συνόρων, της εργασίας, του τρόπου ζωής. Όσοι υπερασπίζονται ακόμη την παλιά οικονομική ορθοδοξία, όπως η ηγέτιδα των Βρετανών Συντηρητικών Kemi Badenoch, θαυμάστρια του Αμερικανού οικονομολόγου Thomas Sowell, αποτελούν πλέον μειοψηφία στον ευρύτερο χώρο της Δεξιάς.
Η δεύτερη αλλαγή είναι πολιτισμική. Η νέα ευρωπαϊκή Δεξιά κατάλαβε ότι οι εκλογές κερδίζονται πριν από τις κάλπες: στα μέσα ενημέρωσης, στα βιβλία, στη γλώσσα. Διάβασε, θα έλεγε κανείς, τον Γκράμσι πιο προσεκτικά από την Αριστερά. Στη Γαλλία, τα μέσα και οι εκδόσεις του ομίλου Bolloré, από το CNews έως τον εκδοτικό οίκο Fayard, έχουν γίνει βασικό βήμα για τον λόγο περί «ιουδαιοχριστιανικού πολιτισμού» και απειλούμενης εθνικής ταυτότητας. Στη Γερμανία, στο Schnellroda, ένα χωριό της ίδιας αυτής Σαξονίας-Άνχαλτ, ο εκδότης Götz Kubitschek έχει στήσει εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες έναν από τους πυρήνες της «Νέας Δεξιάς». Ο Björn Höcke, ηγέτης της AfD στη Θουριγγία, έχει πει ότι αντλεί από εκεί «πνευματικό μάννα». Το ινστιτούτο του Kubitschek διαλύθηκε το 2024, αλλά οι δραστηριότητές του συνεχίζονται με άλλα σχήματα. Στην Ιταλία, η κυβέρνηση Μελόνι επιχείρησε, κατά τους επικριτές της, να οικοδομήσει μια δική της «αντι-ηγεμονία», τοποθετώντας πρόσωπα του χώρου της σε θέσεις-κλειδιά του πολιτισμού, από τη δημόσια τηλεόραση έως την Μπιενάλε της Βενετίας.
Εδώ όμως φαίνονται και τα πρώτα όρια. Το ιταλικό εγχείρημα δέχεται πλέον σκληρή κριτική και από σχολιαστές του δεξιού χώρου, που μιλούν για κατάληψη θέσεων χωρίς ιδέες, ενώ το υπουργείο Πολιτισμού του Alessandro Giuli βρέθηκε επανειλημμένα στο επίκεντρο εσωτερικών αναταράξεων. Η πολιτιστική ηγεμονία, όπως αποδεικνύεται, δεν διορίζεται.
Πίσω από όλα αυτά υπάρχει μια διανοητική μετατόπιση, που συνοψίζεται στον όρο «μεταφιλελευθερισμός». Η κεντρική ιδέα, όπως τη διατύπωσε ο Αμερικανός πολιτικός θεωρητικός Patrick Deneen, είναι ότι ο φιλελευθερισμός απέτυχε επειδή πέτυχε: απελευθέρωσε το άτομο από την παράδοση, την οικογένεια και την κοινότητα, και το άφησε μόνο. Το ρεύμα αυτό έχει σοβαρούς στοχαστές και ορισμένες διεισδυτικές διαγνώσεις για τη μοναξιά, την υπογεννητικότητα και την απώλεια νοήματος στις σύγχρονες κοινωνίες. Κουβαλά όμως και μια βαθιά αντίφαση. Αυτοπαρουσιάζεται ως υπεράσπιση της παράδοσης, αλλά συχνά οδηγεί σε ρήξη με τους θεσμούς πάνω στους οποίους στηρίχτηκε η μεταπολεμική Ευρώπη: τα δικαστήρια, τις ευρωπαϊκές συνθήκες, τη διάκριση των εξουσιών. Δεν είναι τυχαίο ότι σχεδόν σε κάθε μία από τις τέσσερις χώρες η σχέση της νέας Δεξιάς με τη δικαιοσύνη έχει γίνει κεντρικό πολιτικό ζήτημα: από την υπόθεση Le Pen και το ιταλικό δημοψήφισμα για τη δικαιοσύνη έως τη συζήτηση για αποχώρηση της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και την παρακολούθηση της AfD από τις γερμανικές υπηρεσίες προστασίας του Συντάγματος.
Θα ήταν λάθος, πάντως, να δει κανείς τη νέα Δεξιά ως ενιαίο μπλοκ. Τη διασχίζουν βαθιές διαιρέσεις. Η πρώτη αφορά τη Ρωσία: η Μελόνι έχει ταχθεί σταθερά στο πλευρό της Ουκρανίας, ενώ ο κυβερνητικός της εταίρος Σαλβίνι και τμήματα της AfD δείχνουν πολύ μεγαλύτερη ανοχή προς τη Μόσχα. Η δεύτερη αφορά την Ευρώπη: άλλοι θέλουν να την αλλάξουν από μέσα και άλλοι να την αποδυναμώσουν ριζικά. Η τρίτη αφορά την τεχνολογία, την οποία ένα μέρος της Δεξιάς βλέπει ως απειλή για το ανθρώπινο και ένα άλλο ως εργαλείο εθνικής ισχύος. Η τέταρτη είναι στρατηγική: ο Jordan Bardella και η Μελόνι επένδυσαν στην «κανονικοποίηση» για να κυβερνήσουν, ενώ ο Höcke επιμένει σε μια λογική θεμελιώδους αντιπολίτευσης. Αυτές οι ρωγμές δεν είναι δευτερεύουσες. Τη στιγμή που ο συνασπισμός αυτός φτάσει στην εξουσία, θα κρίνουν αν μπορεί να κυβερνήσει.
Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι το κύμα δεν είναι ακαταμάχητο. Τον Μάρτιο, οι Ιταλοί απέρριψαν με 53,7% τη συνταγματική μεταρρύθμιση της κυβέρνησης Μελόνι για τη δικαιοσύνη, στην πρώτη σοβαρή ήττα της από το 2022. Σύμφωνα με εκτιμήσεις που έγιναν για λογαριασμό της RAI, στις ηλικίες 18 έως 34 ετών το «Όχι» ξεπέρασε το 60%. Στη Βρετανία, το Reform UK, που το καλοκαίρι του 2025 άγγιζε κατά μέσο όρο το 31%, έχει υποχωρήσει στα μέσα της δεκαετίας του 20, ενώ οι Εργατικοί ανακτούν έδαφος με τον Burnham. Τουλάχιστον στην Ιταλία, οι νεότεροι ψηφοφόροι αποδείχθηκαν πολύ λιγότερο πρόθυμοι να ακολουθήσουν τη νέα Δεξιά από ό,τι υπέθεταν πολλοί.
Το πραγματικό διακύβευμα των επόμενων ετών, επομένως, δεν είναι μόνο ποιο κόμμα θα κερδίσει τις εκλογές στο Παρίσι, στο Βερολίνο ή στο Λονδίνο. Είναι ποιος θα ορίσει τι σημαίνει συντηρητισμός για μια ολόκληρη γενιά. Μπορεί να σημαίνει αυτό που σήμαινε για τον Oakeshott και τον Roger Scruton: προστασία των θεσμών, των τοπίων, των κοινοτήτων και της ελευθερίας απέναντι σε κάθε μεγάλο σχέδιο ανασχεδιασμού της κοινωνίας. Ή μπορεί να σημαίνει το αντίθετο: μια επαναστατική Δεξιά που θέλει να γκρεμίσει ό,τι θεωρεί φιλελεύθερη παρακμή, ακόμη κι αν μαζί της γκρεμιστούν και οι θεσμοί που κάποτε υπερασπιζόταν.
Η κεντροδεξιά, όπου αντέχει ακόμη, έχει ελάχιστο χρόνο για να απαντήσει. Αν δεν προσφέρει η ίδια μια πειστική απάντηση στην ανασφάλεια, στην αίσθηση εγκατάλειψης και στην απώλεια νοήματος που νιώθουν εκατομμύρια Ευρωπαίοι, κάποιος άλλος θα την προσφέρει στη θέση της. Και για την Ελλάδα το ερώτημα δεν είναι θεωρητικό. Οι ίδιες δυνάμεις, η δημογραφική κρίση, η γεωγραφία της δυσαρέσκειας, η αμφισβήτηση των θεσμών, δρουν και εδώ, απλώς με άλλη ένταση και άλλο χρονοδιάγραμμα.
Γιάννης Ράζος, Σύμβουλος Στρατηγικής Επικοινωνίας