Το μοτίβο των εκλογών

image

Με ποιο κριτήριο ψηφίζουν οι Έλληνες; Επί δεκαετίες είχαµε µια τάση να καταψηφίζουµε κυβερνήσεις. Να «µαυρίζουµε», όπως έλεγαν οι παλιοί. Και αυτό, σε έναν βαθµό, αποδιδόταν στο σύστηµα των σφαιριδίων, που, παρότι καταργήθηκε πριν από 100 χρόνια, συνέχιζε να επηρεάζει την πολιτική µας κουλτούρα. Ένα κόµµα έπεφτε από την εξουσία, όταν ένα µέρος των ψηφοφόρων του µετακινείτο προς το δεύτερο κόµµα, δίνοντας τη νίκη σε εκείνο. Αυτό συνέβη το 1952 µε τον Παπάγο, το 1963 µε τον Γεώργιο Παπανδρέου και το 1981 µε τον Ανδρέα Παπανδρέου. Τα τελευταία χρόνια, όµως, αυτό φαίνεται να έχει αλλάξει.
Το 2004 οι εκλογείς ψήφισαν επανίδρυση του κράτους, την οποία επαγγελλόταν ο Κώστας Καραµανλής. Το 2009 ψήφισαν «Λεφτά υπάρχουν» του ΓΑΠ και, όταν διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχαν, «µαύρισαν» όλο το πολιτικό σύστηµα στον εκλογικό σεισµό του Μαΐου του 2012. Όχι µόνο το ΠΑΣΟΚ.

Την περίοδο 2012-2015 ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε οξύτατη αντιπολίτευση, ίσως την πιο οξεία που γνώρισε ο τόπος. Παρ’ όλα αυτά, οι απώλειες της Ν.∆., που ήταν ο µείζων εταίρος στην κυβέρνηση Σαµαρά, ήταν µόλις 1,85%. Ηταν το περιβόητο «Πρόγραµµα Θεσσαλονίκης» που εκτόξευσε το κόµµα του Αλέξη Τσίπρα από το 26,89% στο 36,34%. Αντιστοίχως, το 2019 ήταν οι προγραµµατικές θέσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη που ανέβασαν τη Νέα ∆ηµοκρατία κοντά στο 40%, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ συγκράτησε δυνάµεις, χάνοντας µόνο 4% σε σχέση µε τις προηγούµενες εκλογές.

Οι εκλογείς, τουλάχιστον εκείνοι που ψηφίζουν µε κριτήριο τη διακυβέρνηση του τόπου, ψηφίζουν θετικά. Ακόµα και αν οι προγραµµατικές προτάσεις είναι προδήλως ανεδαφικές σε περιόδους κρίσης. Επίσης, ελάχιστοι ψηφοφόροι φαίνεται να µετακινούνται ανάµεσα στα κόµµατα του δικοµµατισµού, κρίνοντας το εκλογικό αποτέλεσµα, όπως συνέβαινε έως το 2004.

Αυτό το µοτίβο σε µεγάλο βαθµό δικαιολογεί τη δηµοσκοπική εικόνα των τελευταίων µηνών. Η Νέα ∆ηµοκρατία έχει µια λογική φθορά έπειτα από 7 χρόνια µονοκοµµατικής διακυβέρνησης. Μην ξεχνάµε ότι την περίοδο των µνηµονίων ήταν οι ελάσσονες κυβερνητικοί εταίροι που συνθλίβονταν εκλογικά (ΛΑΟΣ, ∆ΗΜ.ΑΡ., ΠΑΣΟΚ, ΑΝ.ΕΛ.). Παρά ταύτα, το κυβερνών κόµµα απολαµβάνει µεγάλο προβάδισµα, επικρατεί στην παράσταση νίκης, ενώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν έχει αντίπαλο στους δείκτες καταλληλότητας πρωθυπουργού.

Τα κόµµατα της αντιπολίτευσης δεν κατάφεραν µέχρι σήµερα να παρουσιάσουν ένα θετικό αφήγηµα, ένα προγραµµατικό σχέδιο, που να κερδίσει πρώτα την προσοχή και στη συνέχεια την αποδοχή του εκλογικού σώµατος. Και αυτό είναι το πρώτο στάδιο, διότι στη συνέχεια θα έπρεπε να εξηγήσουν και πώς θα το εφαρµόσουν, µε ποιες συµµαχίες, που θα διασφαλίσουν κοινοβουλευτική πλειοψηφία, και µε ποια ηγετική οµάδα.

Η επίσηµη εµφάνιση νέων κοµµάτων, που αναµένεται το επόµενο χρονικό διάστηµα, πιθανότατα θα ανακατέψει ξανά την πολιτική τράπουλα. Είναι πιθανό να δηµιουργήσει έναν νέο ανταγωνισµό για τη 2η θέση, την οποία αυτήν τη στιγµή κατέχει το ΠΑΣΟΚ, σύµφωνα µε τις δηµοσκοπήσεις. Αν, όµως, το µοτίβο των τελευταίων ετών συνεχιστεί και δεν πάµε σε εκλογές κατάρρευσης του πολιτικού συστήµατος, αντίστοιχες µε το 2012, θα υπάρχει από τη µια πλευρά ένας διαγωνισµός για το «ποιος µπορεί να κερδίσει τον Μητσοτάκη;» και από την άλλη η κυβερνητική πρόταση Μητσοτάκη για το 2030.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Παραπολιτικά».

ΠΗΓΗ parapolitika.gr