Στο άκουσμα και μόνο της μουσικής δωματίου, κανείς φαντάζεται λίγους μουσικούς, χωρίς τη μεσολάβηση ενός μαέστρου, να επικοινωνούν μεταξύ τους με μια φυσικότητα που κάνει τη συνύπαρξη να φαίνεται αυτονόητη. Κι όμως, πίσω από αυτή τη φαινομενική αρμονία κρύβεται ίσως μία από τις πιο απαιτητικές μορφές μουσικής επικοινωνίας: διαφορετικές προσωπικότητες, σχολές, ερμηνευτικές παραδόσεις και αντιλήψεις καλούνται να έρθουν κοντά και να επικοινωνήσουν- και εν τέλει να βρουν έναν κοινό τόπο, χωρίς καμία φωνή να χάσει την αυτονομία της. Σε αυτήν ακριβώς την έννοια του διαλόγου επιστρέφει φέτος το Φεστιβάλ Μουσικής Δωματίου Χανίων, που από τις 23 Αυγούστου έως τις 4 Σεπτεμβρίου συμπληρώνει δεκατέσσερα χρόνια ζωής και επιχειρεί να μεταφέρει τη συνομιλία από τους ίδιους τους εκτελεστές στις εποχές της μουσικής.
Ως εκ τούτου, ο τίτλος της φετινής διοργάνωσης, «Διάλογοι μέσα στον χρόνο», δεν λειτουργεί ως ένα απλό θεματικό περίβλημα. Το πρόγραμμα είναι χτισμένο πάνω σε μια ενδιαφέρουσα μουσική δυαδικότητα: από τη μία, ο Κλασικισμός και ο Ρομαντισμός, από την άλλη ο 20ός αιώνας και οι ρήξεις του· από τον Mozart, τον Beethoven, τον Schubert, τον Mendelssohn και τον Brahms έως τον Enescu, τον Bartók, τον Poulenc, τον Martinů, τον Kodály, τον Shostakovich και τον Νίκο Σκαλκώτα, φτάνοντας μέχρι τον σύγχρονο Φινλανδό συνθέτη και πιανίστα Olli Mustonen. Δεν πρόκειται, ωστόσο, για μια απλοϊκή αντιπαράθεση «παλαιού» και «νέου», αλλά για την αναζήτηση των υπόγειων συγγενειών, των επιρροών και των ρήξεων μέσα από τις οποίες η μουσική παράδοση εξακολουθεί να ανανεώνεται. Το ίδιο το πρόγραμμα διατρέχει περισσότερους από δύο αιώνες δημιουργίας, φέρνοντας σε γειτνίαση έργα που υπό κανονικές συνθήκες δεν συναντώνται εύκολα στην ίδια συναυλιακή βραδιά.
Αυτή η διάθεση υπέρβασης των ασφαλών ορίων φαίνεται να αποτελεί πλέον μέρος της ταυτότητας ενός φεστιβάλ που ξεκίνησε πριν από δεκατέσσερα χρόνια και έκτοτε διεύρυνε σταδιακά όχι μόνο το πρόγραμμά του αλλά και τη γεωγραφία του. Η φετινή διοργάνωση ανοίγει στις 23 Αυγούστου με avant-première στο Ηράκλειο, συνεχίζεται με τις βασικές συναυλίες στο Minoa Palace Resort και ολοκληρώνεται στις 3 και 4 Σεπτεμβρίου στο Θέατρο της Αρχαίας Άπτερας. Ανάμεσα στους προσκεκλημένους βρίσκονται σημαντικοί μουσικοί της διεθνούς σκηνής, όπως οι Enrico Pace, Veriko Tchumburidze, Roman Simović, Josef Špaček, Noe Inui, Alexei Volodin, Marc Sabbah και Ella van Poucke, μαζί με Έλληνες ερμηνευτές διαφορετικών γενεών. Ιδιαίτερη θέση κατέχει η παρουσία του Γιώργου Δεμερτζή στη Σονάτα για σόλο βιολί του Νίκου Σκαλκώτα, ενός συνθέτη στην ανάδειξη του οποίου ο ίδιος και το Νέο Ελληνικό Κουαρτέτο έχουν συμβάλει αποφασιστικά.

Για τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Φεστιβάλ Γιώργο Μανθουλάκη, όμως, το ζητούμενο δεν είναι απλώς η συνύπαρξη σημαντικών ονομάτων ή διάσημων έργων, αλλά η δημιουργία σχέσεων: ανάμεσα στους μουσικούς, ανάμεσα στα έργα, ανάμεσα σε διαφορετικές εποχές και, τελικά, ανάμεσα στη μουσική και στο κοινό. Δεκατέσσερα χρόνια μετά την πρώτη διοργάνωση, ο καλλιτεχνικός διευθυντής μιλά για την «ενηλικίωση» ενός θεσμού που μεγάλωσε χωρίς να εγκαταλείψει τον αρχικό του πυρήνα, για τη θέση της μουσικής του 20ού αιώνα στις σημερινές αίθουσες συναυλιών, για τον Σκαλκώτα ως ισότιμο συνομιλητή των μεγάλων Ευρωπαίων δημιουργών, αλλά και για εκείνη την άυλη κοινότητα μουσικών και ακροατών που, χρόνο με τον
χρόνο, έχει σχηματιστεί γύρω από το Φεστιβάλ.

-Κύριε Μανθουλάκη, δεκατέσσερα χρόνια μετά, ποιες είναι οι αλλαγές που έχουν διαμορφώσει αυτό που γνωρίζουμε σήμερα ως Φεστιβάλ Μουσικής Δωματίου Χανίων και πώς έφτασε να θεωρείται πλέον θεσμός;
Μέσα στα δεκατέσσερα χρόνια ζωής του, το Φεστιβάλ «ενηλικιώθηκε» και αναπτύχθηκε: περισσότερες συναυλίες, περισσότεροι καλλιτέχνες από την Ελλάδα και το εξωτερικό, επέκταση πέρα από τα όρια του Minoa Palace Resort, παράλληλες δράσεις. Μεγάλωσε όμως και το ακροατήριό μας, αριθμητικά, χωρίς να χάσουμε τους πιστούς φίλους του Φεστιβάλ, εκείνους που ανυπομονούν κάθε χρόνο για την έναρξή του. Αυτό που παραμένει σταθερό, ωστόσο, είναι η πίστη μας στην επιλογή των μουσικών έργων και στην υψηλού επιπέδου ερμηνεία τους. Νομίζω ότι αυτός ακριβώς ο συνδυασμός, η τόλμη στην επιλογή του ρεπερτορίου και η ερμηνεία του από κορυφαίους καλλιτέχνες, έχει σφυρηλατήσει ένα πολύ σαφές προφίλ για το Φεστιβάλ. Και σε αυτό, πιστεύω, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό το γεγονός ότι έχει πλέον καθιερωθεί ως θεσμός.
-Ο φετινός τίτλος είναι «Διάλογοι μέσα στον χρόνο». Ποιος διάλογος μπορεί να αναπτυχθεί ανάμεσα, από τη μία, στον Mozart, τον Beethoven ή τον Bartók και, από την άλλη, στον Shostakovich ή τον Σκαλκώτα; Ποια από αυτές τις μουσικές «συγγένειες» σας ενδιέφερε περισσότερο όταν αρχίσατε να χτίζετε το φετινό πρόγραμμα;
Στο πέρασμα των αιώνων, οι μεγάλοι δημιουργοί, εκείνοι που τελικά δικαιώθηκαν από τον χρόνο, είτε «πάτησαν» στο έργο των προκατόχων τους και επηρεάστηκαν από αυτούς είτε καινοτόμησαν, δημιουργώντας ένα νέο μουσικό ιδίωμα. Η αντιπαράθεση αλλά και η αντιπαραβολή αυτών των δύο κόσμων, ο διάλογος δηλαδή του «παλαιού» με το «σύγχρονο», με ενδιέφερε πολύ ως εγχείρημα, γιατί ήθελα να μεταδώσω στον ακροατή κάτι από την ίδια την εξέλιξη της μουσικής μέσα στον χρόνο. Παράλληλα, πιστεύω πολύ στη δύναμη της μουσικής του 20ού αιώνα και θεωρώ ότι τα έργα που γράφτηκαν τότε δεν έχουν στις αίθουσες συναυλιών τις ίδιες ευκαιρίες με τα αντίστοιχα έργα του 18ου και του 19ου αιώνα. Ήθελα, λοιπόν, το «παλιό» και το «νέο» να σταθούν ισότιμα, το ένα δίπλα στο άλλο. Κάπως έτσι γεννήθηκε και η φετινή θεματική μας, οι «Διάλογοι μέσα στον χρόνο».
-Στο φετινό πρόγραμμα φαίνεται να παίρνετε μια αρκετά τολμηρή προγραμματική απόφαση: σε κάθε συναυλία υπάρχει τουλάχιστον ένα έργο για πέντε έως εννέα εκτελεστές. Γιατί θελήσατε να απομακρυνθείτε από τη φαινομενικά «ιδιωτική» εικόνα που έχουμε συχνά για τη μουσική δωματίου, η οποία, όπως έχετε επισημάνει και ο ίδιος, βασίζεται στην πραγματικότητα σε μια πολύ πιο σύνθετη, ενίοτε ακόμη και συγκρουσιακή διαδικασία;
Θα τολμούσα να πω ότι αυτό δεν έγινε απολύτως συνειδητά. Όπως σωστά επισημαίνετε, φέτος έχουμε έργα όπως το Νονέτο του Olli Mustonen, για εννέα μουσικούς, το Οκτέτο του George Enescu, το Σεξτέτο του Poulenc και διάφορα κουιντέτα των Mozart, Mendelssohn, Brahms και Weber. Από την άλλη, όμως, υπάρχουν και οι Εικόνες του Debussy και η Κοιλάδα του Obermann του Liszt, που γράφτηκαν για σόλο πιάνο, ή η Σονάτα του Σκαλκώτα για σόλο βιολί, έργα δηλαδή που προορίζονται για έναν και μόνο μουσικό στη σκηνή. Νομίζω ότι καθένα από αυτά αποδεικνύει το τεράστιο εύρος της μουσικής: ότι ένα έργο μπορεί να μιλήσει με τον δικό του τρόπο, ανεξάρτητα από τον αριθμό των μουσικών φωνών ή την πυκνότητα της δομής του.
-Υπάρχει μια ιδιαίτερα σημαντική ελληνική στιγμή στο πρόγραμμα: ο Γιώργος Δεμερτζής ερμηνεύει τη Σονάτα για σόλο βιολί του Νίκου Σκαλκώτα, ενός συνθέτη με τον οποίο έχει συνδέσει σημαντικό μέρος της καλλιτεχνικής του πορείας. Τι σημαίνει για εσάς αυτή η συνάντηση και γιατί ο Σκαλκώτας εξακολουθεί, σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, να ακούγεται τόσο σύγχρονος, γνωρίζοντας μάλιστα ολοένα μεγαλύτερη διεθνή αναγνώριση;
Ο Νίκος Σκαλκώτας είναι διεθνώς ένας από τους σημαντικότερους και πιο καινοτόμους συνθέτες του 20ού αιώνα, και την ανάδειξη του έργου του την οφείλουμε σε σημαντικό βαθμό στη συνεισφορά του Γιώργου Δεμερτζή και του Νέου Ελληνικού Κουαρτέτου. Μέσα από τη δική τους δουλειά, το έργο του Σκαλκώτα αναζητήθηκε, «αποκρυπτογραφήθηκε», φωτίστηκε και αναδείχθηκε μέσα από εξαιρετικές ερμηνείες. Ύστερα από μια πολυετή προσπάθεια, ηχογραφήθηκε το σύνολο της μουσικής δωματίου του, καθώς και των ορχηστρικών έργων του για βιολί. Ναι, ο Σκαλκώτας παραμένει σύγχρονος και ιδιαίτερος. Και όταν εντάσσουμε τη μουσική του σε ένα διεθνές πρόγραμμα, δεν το κάνουμε από κάποια υποχρέωση απέναντι στην ελληνική δημιουργία, αλλά επειδή πιστεύουμε βαθιά στην καλλιτεχνική αξία του έργου του και στο γεγονός ότι μπορεί να σταθεί απολύτως ισότιμα δίπλα στους μεγάλους Ευρωπαίους δημιουργούς της εποχής του.
-Ανάμεσα στους νέους προσκεκλημένους βρίσκονται ο Enrico Pace και η Veriko Tchumburidze, ενώ επιστρέφουν μουσικοί που αποτελούν πλέον σχεδόν μια καλλιτεχνική οικογένεια του Φεστιβάλ. Θεωρείτε ότι αυτή η αίσθηση κοινότητας είναι ένα από τα σημαντικότερα κέρδη των δεκατεσσάρων χρόνων του;
Ναι. Μέσα από το Φεστιβάλ έχουν αναπτυχθεί νέες φιλίες και, σε πολλές περιπτώσεις, έχουν εδραιωθεί σχέσεις που προϋπήρχαν. Κάποιοι καλλιτέχνες μάς συνοδεύουν από την ίδρυσή του, ενώ αρκετοί άλλοι συμμετέχουν εδώ και πολλά χρόνια, αν όχι από την αφετηρία του. Παράλληλα με αυτόν τον σταθερό πυρήνα καλλιτεχνών, κάθε χρόνο εμφανίζονται νέοι Έλληνες και ξένοι προσκεκλημένοι. Φέτος, για παράδειγμα, είναι οι πιανίστες Enrico Pace και Alim Beisembayev, οι βιολονίστες Veriko Tchumburidze και Ευαγγελία Κουτσοδήμου και ο βιολίστας Marc Sabbah. Δεν θα έπρεπε, βέβαια, να παραλείψω και τη διάλεξη με τον χαρισματικό και αγαπημένο Μάρκο Μωυσίδη από το Τρίτο Πρόγραμμα.